Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011

«Από το κακό στο χειρότερο» η κατάσταση της οικονομίας


Τo καμπανάκι για την δραματική επιδείνωση της κατάστασης στην πραγματική οικονομία είχε χτυπήσει εδώ και καιρό, σημειώνει σε άρθρο της η «Ελευθεροτυπία», καθώς τα μηνύματα που έρχονταν από παντού ήταν δυσοίωνα για όλους όσοι είχαν τη στοιχειώδη ικανότητα να τα καταγράψουν.

Η ανεργία έκανε από μήνα σε μήνα συνεχή άλματα, για να ανέλθει τον περασμένο Μάιο, επισήμως, στο 16,6% του ενεργού οικονομικού πληθυσμού, θερίζοντας περισσότερο τους νέους 15-25 ετών, το 40% των οποίων δεν βρίσκει δουλειά.

Η ύφεση βάθαινε καθώς το πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν βυθίστηκε 6,9% το β’ τρίμηνο φέτος, γεγονός που καθιστά επίφοβη την επίτευξη της επίσημης εκτίμησης για ύφεση 3,9% το 2011 μετά το 4,4% πέρυσι και 2% το 2009.

Και τώρα έρχεται η έκρηξη ακάλυπτων επιταγών και απλήρωτων συναλλαγματικών για να επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους. Τα φέσια, τον Ιούλιο, αυξήθηκαν εντυπωσιακά, με αποτέλεσμα να ανέλθουν σε 1,78 δισ. ευρώ για το 7μηνο φέτος, έναντι 1,1 δισ. το ίδιο χρονικό διάστημα πέρυσι.

Τα στοιχεία αυτά, όπως θεωρούν -εύλογα- πολλοί, είναι ένα άτυπος δείκτης ασφυξίας, που επιβεβαιώνει τις εκτιμήσεις για πολλαπλασιασμό των επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας, κινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή να βάλουν λουκέτο.

Ενδεικτικό της σοβαρότητας της κατάστασης και της ανυπαρξίας ουσιαστικής πολιτικής για την αντιμετώπιση των προβλημάτων είναι ότι ακόμη και τραπεζίτες που μίλησαν στην εφημερίδα, εκτιμούν ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί το επόμενο δίμηνο.

Όπως δήλωσε ένας από αυτούς, «δεν λειτουργεί αυτή τη στιγμή η αγορά. Δεν πληρώνει κανένας. Αλλοι γιατί είναι σε πλήρη αδυναμία και άλλοι γιατί έχουν άλλες υποχρεώσεις μπροστά τους και διακρατούν ρευστότητα».

Το πρόβλημα πλέον δεν επικεντρώνεται σε λίγους κλάδους, όπως η οικοδομή, αλλά επεκτείνεται σε ευρύτερο φάσμα του οικονομικού ιστού της χώρας, εκτός λίγων εξωστρεφών κλάδων.

Και οι προοπτικές, με τη συνεχιζόμενη λήψη μέτρων λιτότητας, την όλο και περισσότερο συρρικνούμενη καταναλωτική δαπάνη και τις ανύπαρκτες επί της ουσίας δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, είναι ζοφερές.

Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία της Eurostat καταδεικνύουν ότι ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης στο σύνολο της ευρωζώνης υποχωρεί ακάθεκτα από 0,2% το α’ τρίμηνο σε 0,8% τώρα, καθώς και οι οικονομίες Γερμανίας και Γαλλίας τελματώνονται, κάνοντας ασαφές το μέλλον της οικονομίας των «17».

Υπό αυτές τις συνθήκες η συνάντηση Μέρκελ – Σαρκοζί, που δεν έδωσε απαντήσεις στα κρίσιμα ζητήματα, προαναγγέλλει βαρύ φθινόπωρο και ακόμη βαρύτερο χειμώνα.